- μεικτοβαρής
- -έςβλ. μικτοβαρής.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
βάρος — Η δύναμη με την οποία η Γη έλκει προς αυτή τα σώματα. Το β. προέρχεται από τη δύναμη της παγκόσμιας έλξης που ασκείται μεταξύ της Γης και ενός σώματος. Έτσι και η Γη υφίσταται μια έλξη από μέρους του σώματος, ίση και αντίθετη από αυτή που ασκεί η … Dictionary of Greek
μικτοβαρής — και μεικτοβαρής, ές 1. αυτός που έχει μικτό, δηλαδή όχι καθαρό, βάρος 2. το ουδ. ως ουσ. το μικτοβαρές το εμπόρευμα, στο βάρος τού οποίου υπολογίζεται και το βάρος τών μέσων συσκευασίας 3. φρ. «μικτοβαρής στάθμιση» ζύγισμα κατά το οποίο το βάρος… … Dictionary of Greek